Του Θάνου Τζήμερου (στο Capital.gr)
O newscaster
είναι συντετριμμένος. Κρατιέται με το ζόρι για να μη βουρκώσει. Μας μιλάει, με
τη βοήθεια των γραφικών, κυριολεκτικά από τη σκηνή του εγκλήματος. Να, εδώ ήταν
ο δράστης, έτσι τη μαχαίρωνε, έτσι πάλευε το θύμα για τη ζωή της. Στέκεται λίγο
σκεπτικός, σωπαίνει, και μετά βγάζει έναν βαθύ αναστεναγμό, θαρρείς από τα
τρίσβαθα της ψυχής του, συμμετέχοντας στο δράμα. Ξαφνικά, αλλάζει ύφος,
αλλάζουν και τα γραφικά, και η οθόνη πλημμυρίζει χαρτονομίσματα. Πάει και το
έγκλημα, πάει κι ο πόνος. "Να περάσουμε τώρα στον διαγωνισμό μας, σε μία
ώρα από τώρα, ο νικητής θα δει 20.000 ευρώ να μπαίνουν στον λογαριασμό
του."
Δεν είναι, βέβαια, διαγωνισμός. Δεν υπάρχει κάτι στο οποίο να διαγωνίζεται κάποιος. Είναι καραμπινάτη λοταρία. Και δεν υπάρχει νικητής. Υπάρχει τυχερός. Το χειρότερο είναι ότι δεν υπάρχει ούτε δημοσιογράφος. Υπάρχει κρουπιέρης. Ή, μάλλον, κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο: δημοσιογράφος-κρουπιέρης.
Δηλαδή ένας άνθρωπος που, ενώ θα έπρεπε να περιβάλλεται με κύρος, και να κάνει τα πάντα για να το ενισχύσει, καθώς διακονεί έναν από τους κορυφαίους θεσμούς της δημοκρατίας, γίνεται προωθητής τζόγου. Και από τη χειρουργική ακρίβεια στη διατύπωση των νομικών όρων που απαιτεί το ειδησεογραφικό μέρος του show του, περνάει με άνεση στην, τεχνηέντως παραπλανητική, φρασεολογία της διαφήμισης: "Ένας από σας θα κερδίσει αυτό το ποσό. Όσο περισσότερες φορές τηλεφωνήσετε, τόσο αυξάνετε τις πιθανότητες να είστε εσείς ο νικητής." Δεν λέει ψέματα. Αυτός ο κανόνας ισχύει σε όλα τα τυχερά παιχνίδια. Αλλά δεν μας ενημερώνει για το ποιες είναι αυτές οι πιθανότητες.Έκανα μερικούς
υπολογισμούς. Πριν πάρει ο τυχερός (που βαφτίζεται "νικητής") τις
€20.000, θα πρέπει να βγουν οι φόροι, οι αμοιβές της εταιρείας που διοργανώνει
τη λοταρία, των νομικών και των συμβολαιογράφων που εμπλέκονται στην κλήρωση,
του παρόχου της κινητής, και του καναλιού. Για να βγει το ποσό της κλήρωσης θα
πρέπει να τζογαριστεί τουλάχιστον το οκταπλάσιο. Άρα οι πιθανότητες να δείτε
εσείς τον λογαριασμό σας "βαρύτερο" κατά €20.000 είναι να παιχτούν €160.000.
Δηλαδή, κάθε τηλεφώνημα συμμετοχής έχει περίπου μία πιθανότητα στις 50.000.
Φυσικά πάντα υπάρχει κάποιος τυχερός, όπως υπάρχει και στο Εurojackpot, με
πιθανότητα 1 στα 140 εκατομμύρια. Τους ακούμε οn air όταν κερδίζουν,
να λένε πόσο χρειάζονταν αυτά τα λεφτά, πόσες ανάγκες θα καλύψουν, και να
ευχαριστούν το κανάλι για τη… γενναιοδωρία του. Φυσικά δεν πρόκειται ποτέ να
ακούσουμε τις εκατοντάδες χιλιάδες που δεν κέρδισαν, αλλά συνεχίζουν να
παίζουν, παρακινούμενοι κάθε 5 λεπτά από τον δημοσιογράφο-κρουπιέρη.
Το μεγάλο
πρόβλημα όμως δεν είναι εκεί. Στο κάτω-κάτω, όταν κάποιος συμμετέχει σε τυχερά
παιχνίδια ξέρει ότι οι πιθανότητες κέρδους είναι μικρές. Το δομικό, το πρόβλημα
υποβάθρου είναι ότι ο τζόγος, με τον τρόπο που πλασάρεται από πλήθος πλέον
εκπομπών, τηλεοπτικών, ραδιοφωνικών και διαδικτυακών, αποκτάει θεσμικό
χαρακτήρα: απενοχοποιείται, εξευγενίζεται και μετατρέπεται σχεδόν σε
φιλανθρωπία, με "πλασιέ" μερικά από τα πρώτα ονόματα της
δημοσιογραφικής "πιάτσας". Όταν ο θεατής βλέπει τον
"έγκυρο" αναλυτή των ειδήσεων να προτρέπει με εγκαρδιότητα το κοινό
να "δοκιμάσει την τύχη του" για να κερδίσει χρήματα, αυτοκίνητα,
έπιπλα και ό,τι άλλο πουλάει ο χορηγός της εκπομπής ή το ίδιο το κανάλι, ο
τζόγος κανονικοποιείται. Γίνεται οικείος και ενσωματώνεται στην καθημερινή
ρουτίνα. Η ενημέρωση έχει πλέον μετατραπεί σε ένα διαρκές, θεσμοποιημένο
καζίνο.
Οι παρενέργειες
είναι πολλές και πολύ επικίνδυνες. Ήδη, ο ηλεκτρονικός τζόγος έχει απαλείψει
τον περιθωριακό, αρνητικά φορτισμένο χαρακτήρα που είχαν οι φυσικοί του χώροι -
καζίνο, φρουτάκια, χαρτοπαικτικές λέσχες - και λειτουργούσε αποτρεπτικά για
μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Τώρα εγκαταστάθηκε στο καθιστικό, και, ακόμα
χειρότερα, στο παιδικό και το εφηβικό δωμάτιο. Μολονότι οι διαφημίσεις τυχερών
παιγνιδιών προβάλλονται μετά τις 22:00, όταν τα παιδιά κανονικά έχουν πάει για
ύπνο, οι λοταρίες των ΜΜΕ προβάλλονται όλο το 24ωρο! Αυτό γιατί επιτρέπεται; Η
απάντηση είναι ακόμα μια απόδειξη της ελληνικής ευρηματικότητας όταν πρόκειται
να παρακάμψει τον νόμο. (Αν ήμασταν εξίσου ευρηματικοί και σε παραγωγικές
δραστηριότητες, θα είχαμε κυριαρχήσει στο Σύμπαν.) Θα τη βρείτε στα ψιλά
γράμματα των όρων της λοταρίας, μετά από πολύ ψάξιμο στο κάτω μέρος του
site του καναλιού.
Οι ειδήσεις -
λοταρία, λοιπόν, δεν θεωρούνται τζόγος, αλλά… προωθητική ενέργεια! Μα, πώς; Ο
νόμος λέει ότι στην προωθητική ενέργεια, αυτός που συμμετέχει στην κλήρωση
απαγορεύεται να χρεώνεται. Εδώ πληρώνει, διότι καλεί από γραμμές υψηλής
χρέωσης. "Τίποτε δεν πληρώνει", απαντούν οι "διοργανωτές".
"Διότι, με κάθε τηλεφώνημα, του δίνουμε μια ισόποση επιταγή δώρου".
Πλήρωσες €3,14 τον λαχνό; Θα πάρεις μια επιταγή, με τη μορφή ενός κωδικού για
να ψωνίσεις γκατζετάκια από ένα διαδικτυακό κατάστημα, το οποίο μάλιστα ανήκει
στον διοργανωτή και στήθηκε ακριβώς γι’ αυτή τη δουλειά. Μικροπράγματα ευτελούς
αξίας, αλλά με φουσκωμένες τιμές. Αν το γκάτζετ είναι ακριβότερο, πληρώνεις τη
διαφορά. Αν είναι φτηνότερο, τη χάνεις.
Όμως ελάχιστοι,
περίπου το 2%, μπαίνουν στον κόπο να ασχοληθούν με την επιταγή. Άλλωστε
τηλεφώνησαν όχι για να αγοράσουν διαδικτυακά μια χάρτινη λίμα νυχιών με €2,80
αλλά για να μπουν στην κλήρωση. Αλλά, ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση, το
κόστος για τον διοργανωτή (πραγματικό κόστος προϊόντος + αποστολή) είναι πολύ
χαμηλότερο από το έσοδο του τηλεφωνήματος. Ρίχνω μια ιδέα που θα ανεβάσει τις
συμμετοχές στον "διαγωνισμό": "τηλεφωνήστε για να διεκδικήσετε
το δώρο των €20.000 και μαζί αποκτήστε, όλοι, το δικαίωμα να κάνετε δική σας
μια Φεράρι σε προνομιακή τιμή." Παίρνεις τη δωροεπιταγή και στην
αντιπροσωπεία της Φεράρι σου κόβουν από την τιμή της 3,14 ευρώ! Δεν είναι
ψέματα, ε; Επιπλέον, στους όρους της χρήσης του e-shop υπάρχει το εξής
απίστευτο: "Η πρόσβαση στο…. (Σ.Σ. όνομα site) επιτρέπεται
καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας του, διατηρώντας όμως η Εταιρεία το δικαίωμα να
αποσύρει ή να διακόψει την παροχή των υπηρεσιών, χωρίς προηγουμένη ενημέρωση
οποτεδήποτε. Η Εταιρεία δεν φέρει καμία ευθύνη σε περίπτωση που υπάρχει
αδυναμία πρόσβασης στο σύνολο ή μέρος των υπηρεσιών για οποιοδήποτε λόγο."
Δηλαδή, σου δίνουμε μια δωροεπιταγή €3,14 για να αγοράσεις προϊόντα,
αλλά μπορούμε να κλείσουμε το μαγαζί όποτε θέλουμε, για να μην τα
αγοράσεις, και δεν τρέχει κάστανο! Είναι νόμιμο αυτό;
Όχι! Συνιστά
παράβαση του Νόμου περί Προστασίας Καταναλωτή (ν. 2251/1994). Βάσει αυτού, αλλά
και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, οποιοσδήποτε όρος επιτρέπει στον προμηθευτή να
ακυρώνει μονομερώς τη σύμβαση ή να αρνείται την εκπλήρωση της παροχής του
(χωρίς σπουδαίο λόγο ή αποζημίωση) θεωρείται αυτοδικαίως άκυρος ως
καταχρηστικός. Κι αν η εταιρεία εμποδίσει τελικά την πρόσβαση στο
site της, συντελούνται τα αδικήματα της μη εκπλήρωσης συμβατικής
υποχρέωσης και της παράνομης ιδιοποίησης του ποσού. Όμως, ποιος
τρέχει στα δικαστήρια για €3,14; Αν η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή ή ένας
δικαστής εξέταζε αυτή τη διάταξη, θα διαπίστωνε αυτό που και μικρό παιδί
καταλαβαίνει: η "δωροεπιταγή" είναι προσχηματική και εικονική,
καθώς η εταιρεία δεν αναλαμβάνει δέσμευση να την εξαργυρώσει. Γιατί όμως
δεν το κάνει κανένας;
Η απάντηση
χωρίζεται σε δύο σκέλη: στο νομικό καθεστώς δίωξης και στην πολιτική και
διοικητική αδράνεια.
Στην ελληνική
έννομη τάξη, οι αρμόδιες αρχές έχουν θεωρητικώς το δικαίωμα να ενεργήσουν
αυτεπαγγέλτως. Όμως στην πράξη εξαρτώνται σχεδόν απόλυτα από τις καταγγελίες
των πολιτών. Λόγω της υποστελέχωσης και του τεράστιου όγκου της αγοράς, ο
αυτεπάγγελτος έλεγχος σε χιλιάδες μαγαζιά, διαδικτυακά ή μη, είναι πρακτικά
αδύνατος. Και ένας εισαγγελέας, χωρίς μια εμπεριστατωμένη μήνυση ή καταγγελία
από άτομο ή συλλογικό φορέα που να προσκομίζει στοιχεία, δεν υπάρχει περίπτωση
να ανοίξει δικογραφία για τους όρους χρήσης ενός e-shop.
Ως προς το αστικό
σκέλος, για να κριθεί ένας όρος άκυρος και καταχρηστικός από δικαστήριο,
απαιτείται αγωγή, που κοστίζει πολύ περισσότερο από τα €3,14. Επιπλέον, οι
διοικητικές αρχές και τα δικαστήρια στην Ελλάδα λειτουργούν με βάση τη στενή
τυπική νομιμότητα. Η εταιρεία θα προσκομίσει στο δικαστήριο ένα συμβόλαιο, μια
δημοσιευμένη ιστοσελίδα και μια λίστα από απεσταλμένα δέματα, και θα πει:
"Ορίστε, το e-shop υπάρχει, οι όροι αναγράφονται, όποιος πατάει
"αποδέχομαι" συμφωνεί με τους όρους, και όποιος ζήτησε προϊόν το
πήρε". Για να καταρρίψει μια Αρχή αυτόν τον ισχυρισμό ως
"εικονικό", θα πρέπει να διεξάγει βαθύ οικονομικό και τεχνικό έλεγχο:
να ζητήσει στοιχεία κλήσεων, βαθμό ανταπόκρισης, ποσοστά εξαργύρωσης. Οι
ελεγκτικές αρχές σπάνια διαθέτουν τους πόρους, τη βούληση ή την ικανότητα να
μπουν σε τέτοιο βάθος.
Έπειτα υπάρχει το
πάγιο ελληνικό πρόβλημα των φλου αρμοδιοτήτων. Το ΕΣΡ λέει: "Εμείς
ελέγχουμε αν αναγράφεται η τιμή στην οθόνη. Το αν το e-shop είναι εικονικό,
είναι θέμα της Αρχής Καταναλωτή". Η Αρχή Καταναλωτή λέει: "Εμείς
εξετάζουμε εμπορικές πρακτικές. Αν αυτό συνιστά κρυφό τζόγο, είναι θέμα της
ΕΕΕΠ". Η ΕΕΕΠ (Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων) λέει: "Αυτοί
πουλάνε δωροεπιταγές e-shop. Άρα δεν είναι τζόγος και δεν έχουμε
αρμοδιότητα".
Στις ΗΠΑ και στην
Αγγλία, όταν μια εταιρεία αποσπά από εκατομμύρια πολίτες, 3 ευρώ από τον
καθένα, μεγάλες δικηγορικές εταιρείες σε συνεργασία με συλλόγους καταναλωτών
καταθέτουν συλλογικές αγωγές. Αν κερδίσουν, η αποζημίωση είναι εκατομμύρια,
οπότε υπάρχει ισχυρό οικονομικό κίνητρο να κυνηγηθεί η υπόθεση. Στην Ελλάδα, το
πλαίσιο για τις συλλογικές αγωγές από Ενώσεις Καταναλωτών είναι εξαιρετικά
γραφειοκρατικό και βραδυκίνητο, ενώ οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται, αστείες.
Ακόμη κι αν η Αρχή Καταναλωτή (μετά από καταγγελία) επιβάλει ένα διοικητικό
πρόστιμο, το ποσό θα είναι πενταροδεκάρες μπροστά στα εκατομμύρια που θα
έχουν ήδη εισπραχθεί από τις τηλεφωνικές κλήσεις. Συμφέρει.
Έτσι, αυτό το
θολό τοπίο επιτρέπει στο κανάλι και στην εταιρεία πενταψήφιων αριθμών να
βαφτίζουν τη λοταρία προωθητική ενέργεια και να ισχυρίζονται ότι η συμμετοχή
είναι δωρεάν, αφού τα λεφτά που πληρώνουν οι τηλεθεατές τα πατσίζουν με
προϊόντα. Η κλήρωση του ημερήσιου ποσού εμφανίζεται
ως "δώρο προώθησης".
Τι, όμως, προωθεί; Όταν κληρώνονται αυτοκίνητα και έπιπλα, η προώθηση έχει μια
βάση. Αλλά όταν πρόκειται για σκέτο χρήμα, ποιο είναι το προωθούμενο προϊόν;
Μα, η ίδια η ειδησεογραφική εκπομπή! Αυτός είναι ο νομότυπος ισχυρισμός. Σαν να
λέμε, θέλουμε να αυξήσουμε τους θεατές μας όχι επειδή το κανάλι, ο
δημοσιογράφος και το επίπεδο της εκπομπής δημιουργούν κίνητρο στον πολίτη να
την παρακολουθήσει, αλλά επειδή κάθε μέρα μοιράζουμε χιλιάρικα. Το πόσο
εξευτελιστική είναι αυτή η παραδοχή για τους συντελεστές της εκπομπής είναι,
υποθέτω, εύκολα αντιληπτό, και από τους ίδιους. Είναι όμως πολλά τα λεφτά!
Κι επειδή αυτές
οι λοταρίες γίνονται και ώρες που βλέπουν τα παιδιά τηλεόραση, μπορεί και ένας
12χρονος να τηλεφωνήσει και να χρεωθεί. Υπάρχει κάποιος μηχανισμός που να
ελέγχει αν όσοι συμμετέχουν στον "διαγωνισμό" είναι ενήλικες;
Κανένας! Αν όμως ο 12χρονος κερδίσει, δεν θα μπορεί να πάρει το έπαθλο! Τότε
ζητάμε ταυτότητα. Τον προστατεύουμε δηλαδή όχι από τη δαπάνη, όχι από τον
εθισμό στο τζόγο, αλλά από το… κέρδος, στη σπάνια περίπτωση που η θεά Τύχη τον
ευνοήσει.
Στο
διαδίκτυο, το φαινόμενο είναι ακόμα πιο επιθετικό, ανεξέλεγκτο και τεχνικά
εξελιγμένο. Ενώ στην τηλεόραση και το
ραδιόφωνο οι "διαγωνισμοί" περιορίζονται σε τηλεφωνικές κλήσεις
και SMS σε πενταψήφιους αριθμούς, στις διαδικτυακές εκπομπές οι
μηχανισμοί του τζόγου έχουν ενσωματωθεί οργανικά στην ίδια τη ροή του
περιεχομένου, στοχεύοντας κατά κύριο λόγο σε νεανικό και ανήλικο
κοινό. Πολλοί streamers και YouTubers διοργανώνουν καθημερινές ή
εβδομαδιαίες κληρώσεις για ακριβά δώρα. Για να μπει κάποιος στην κλήρωση καλείται
να κάνει εγγραφή ή κατάθεση χρημάτων σε συγκεκριμένη πλατφόρμα χρησιμοποιώντας
τον ειδικό κωδικό του ινφλουένσερ, ο οποίος παίρνει προμήθεια για κάθε νέο
παίκτη που εξωθεί στα σαγόνια του τζόγου! Άλλοι διαδικτυακοί αστέρες μεταδίδουν ζωντανά
τους εαυτούς τους να παίζουν "φρουτάκια" ή να
ποντάρουν μεγάλα ποσά. Φυσικά δεν είναι δικά τους, αλλά εικονικά, που
τους τα δίνουν τα online καζίνο για διαφημιστικούς λόγους. Οι θεατές,
κυρίως νέοι, βλέπουν το είδωλό τους να κερδίζει συνέχεια εύκολο
χρήμα, εν μέσω ιαχών και πανηγυρισμών, και σχηματίζουν μια εντελώς
απατηλή εικόνα για τις πιθανότητες της τύχης.
Η συστηματική
έκθεση των νέων στον τζόγο αλλοιώνει τις αξίες τους. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο
η οικονομική ζημιά, αλλά η τοξική μετάλλαξη της σχέσης προσπάθειας και ευ ζην.
Οι κίνδυνοι από τον εθισμό στον τζόγο περνούν γρήγορα με μικρά γράμματα στο
κάτω μέρος της οθόνης ή εκφωνούνται τροχάδην, ενώ η συμμετοχή σ’ αυτόν
παρουσιάζεται ως μια παρεΐστικη, ανέμελη διασκέδαση. Η συνεχής έκθεση στις
άμεσες "συγκινήσεις" του τζόγου (ποντάρισμα και αποτέλεσμα σε λίγη
ώρα) εθίζει τον εγκέφαλο και κάνει την πραγματική ζωή να φαίνεται αδιάφορη και
ατελέσφορη. Γιατί να κάθεσαι να σχεδιάζεις και να δημιουργείς, να προσπαθείς
και να εξελίσσεσαι; Σε πόσο χρόνο θα σου αποδώσουν αυτά; Ενώ μπορείς ακαριαία
να μεταμορφώσεις τη ζωή σου και να γίνεις ο Μάκης που κέρδισε το
Eurojackpot ή έστω ο μπατζανάκης του.
Η σχέση του
Έλληνα με τα τυχερά παιχνίδια δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, όμως τα τελευταία
χρόνια έχει εξελιχθεί σε εκτεταμένη κοινωνική και οικονομική παθογένεια. Η
παρατεταμένη οικονομική αβεβαιότητα, ο πληθωρισμός και η ακρίβεια, αντί να
λειτουργήσουν αποτρεπτικά, ωθούν χιλιάδες πολίτες να εναποθέτουν τις ελπίδες
τους για οικονομική σωτηρία στο τζογάρισμα. Ενώ στις πλούσιες χώρες της
Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης ο τζόγος είναι μια ακριβή μορφή ψυχαγωγίας για
πλεονάζοντα εισοδήματα, στην Ελλάδα, όπως και σε πολλές τριτοκοσμικές χώρες,
είναι μηχανισμός απελπισίας. Οι πολίτες παίζουν όχι επειδή τους περισσεύουν,
αλλά επειδή τους λείπουν. Κι όσο περισσότερα τους λείπουν, τόσο περισσότερο
παίζουν.
Σήμερα
λειτουργούν στην Ελλάδα νόμιμα 18 στοιχηματικές εταιρείες και 8 καζίνα, συν τα
Λαχεία, την Allwyn και τις Ιπποδρομίες. Επί πλέον, η blacklist της ΕΕΕΠ
περιλαμβάνει 510 (!!!) μη αδειοδοτημένες διαδικτυακές στοιχηματικές πλατφόρμες.
Σ’ αυτή τη βαριά βιομηχανία "πώλησης ελπίδων", οι Έλληνες καταθέτουν
ετησίως το 7,5% του ΑΕΠ της χώρας! Τα μεγέθη είναι αστρονομικά και θα μπορούσαν
να λειτουργήσουν και ως δείκτης αδιεξόδου και απόγνωσης μιας κοινωνίας.
Ο
συνολικός νόμιμος τζίρος των τυχερών παιγνιδιών στην Ελλάδα το 2025 ήταν
€16,7 δισ., αυξημένος κατά 7% σε σχέση
με το 2024, χωρίς να υπολογισθούν τα κέρδη που ξαναποντάρονται. Η πραγματική
χασούρα των παικτών, δηλαδή τα κέρδη των εταιρειών πριν τη φορολογία, ήταν, το
2024, περίπου €2,8 δισ., ενώ το 2025 ξεπέρασαν τα 3. Δηλαδή, πάνω από 3
δισεκατομμύρια ευρώ μεταφέρθηκαν οριστικά από τις τσέπες των πολιτών στα ταμεία
των στοιχηματικών εταιρειών, του ΟΠΑΠ και των καζίνων. Αλλά μεταφέρθηκαν και
στα ταμεία του κράτους.
Αυτός είναι ο
λόγος που ο τζόγος κατακλύζει τις τηλεοπτικές οθόνες και το διαδίκτυο. Γίνεται
χορηγός και "νονός" (και με τις δύο έννοιες) αθλητικών ομάδων,
πρωταθλημάτων και αθλητικών διοργανώσεων. Ταΐζει τα ΜΜΕ, καθώς οι εταιρείες
στοιχημάτων είναι αυτή τη στιγμή οι μεγαλύτεροι διαφημιζόμενοι σε τηλεόραση,
ραδιόφωνο και ενημερωτικά sites. Ταΐζει και το κράτος. Πάνω από 1,2 δισ. ευρώ
μπήκαν πέρυσι στα ταμεία του, μέσω των αδειών, της φορολογίας των εταιρειών και
των κερδών των παικτών. Μιλώντας στην 4η Online Gaming Day, ο πρόεδρος της
ΕΕΕΠ ανέφερε ότι το 2025 "περισσότεροι από 900.000 Έλληνες συμμετείχαν σε
παράνομα παιχνίδια με τον εκτιμώμενο κύκλο να υπολογίζεται στα 2 δισ. και τα
χαμένα έσοδα για το κράτος στα 400 εκατ. ευρώ". Αυτό μας ενδιαφέρει.
Πόσα χάνει το κράτος από τους φόρους, όχι πόσα οι πολίτες από το υστέρημά τους.
Μάλιστα, το
σύστημα φορολογίας των πολιτών, στις λίγες αναλογικά φορές που κερδίζουν, είναι
και παράλογο και ανήθικο. Φορολογούνται "ανά συνεδρία" (ή ανά ημέρα)
και "ανά δελτίο" και όχι σε ετήσια βάση. Ο φόρος είναι προοδευτικός
και φτάνει, για κέρδη πάνω από €500, το 7,5% σε λοταρίες και λαχεία, και το
30%, στο online καζίνο. Αν ένας παίκτης κερδίσει €500 τη Δευτέρα, το
κράτος παρακρατεί αμέσως τον φόρο στην πηγή. Αν την Τρίτη χάσει €2.000,
το κράτος δεν του επιστρέφει ούτε ένα ευρώ από τον φόρο της Δευτέρας. Οι
υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες ή δεν φορολογούν καθόλου τα κέρδη των παικτών
(φορολογούν όμως τα κέρδη των εταιριών) ή τα υπολογίζουν σε ετήσια βάση
επιτρέποντας στον παίκτη να τα συμψηφίσει με τη χασούρα. Τα έσοδα του Δημοσίου
από τον φόρο μόνο των κερδών των παικτών έφτασαν το 2025 τα €463,7 εκατ. έναντι
€398 εκατ. το 2024.
Όμως οι ζημιές
για την κοινωνία δεν είναι μόνο χρηματικές. Ο τζόγος παράγει ένα τεράστιο
κοινωνικό κόστος: εθισμένους πολίτες, διαλυμένες οικογένειες, κατάθλιψη, αύξηση
των διαζυγίων, ενδοοικογενειακή βία, ψυχικές ασθένειες, παιδιά σε προνοιακές
δομές, απόπειρες αυτοκτονικών, αυτοκτονίες, εγκληματικότητα, κατασχέσεις,
ελέγχους, συλλήψεις, δικογραφίες. Επιβαρύνεται το σύστημα υγείας, οι δομές
απεξάρτησης, η Δικαιοσύνη, η Αστυνομία, οι Δημόσιες Υπηρεσίες. Επιβαρύνεται η
Οικονομία από απώλεια παραγωγικότητας αλλά και φορολογικών εσόδων από τα άτομα
που καταστρέφονται επαγγελματικά και ψυχικά. Στην ουσία, πρόκειται για ένα
απολύτως στρεβλό μοντέλο, το οποίο διογκώνεται με τις ευλογίες του κράτους: τα
κέρδη τα καρπώνονται ιδιώτες, ενώ η ζημιά και το κόστος της θεραπείας
διαχέεται, πάλι με τη βοήθεια του κράτους, σε όλη την κοινωνία και στους
φορολογούμενους. Φυσικά, και σε εκείνους που δεν παίζουν.
Ως πού θα πάει
αυτό; Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν αρχίσει (και πολύ άργησαν) να παίρνουν
μέτρα: από τον πολύ αυστηρό έλεγχο για τις ώρες και τον τρόπο
"προώθησης" του τζόγου μέχρι την πλήρη απαγόρευση της διαφήμισής του.
Εμείς θα κάνουμε κάτι ή θα συνεχίσουμε να καμαρώνουμε (και να εμπιστευόμαστε
για την ενημέρωσή μας) τους δημοσιογράφους-κρουπιέρηδες;
Αλλά πώς
περιμένουμε από το κράτος να επιβλέψει, να ελέγξει και να περιορίσει τον τζόγο,
όταν το ίδιο "λειτουργεί" ως ένας πορωμένος και αδίστακτος λεσχιάρχης
που ενδιαφέρεται μόνο για την γκανιότα; Έτσι θα πορευόμαστε, μοιραίοι κι
άβουλοι αντάμα, μέχρι την τελική μας σήψη. Βάζω και στοίχημα.
*Ο
Θάνος Τζήμερος είναι επιχειρηματίας, πρώην πρόεδρος της "Δημιουργίας
Ξανά"