Του Κ.
Στούπα (στο Liberal.gr)
Ο Ρετζέπ
Ταγίπ Ερντογάν απειλούσε κάποτε πως «θα έρθουμε ξαφνικά μια νύχτα». Τελικά,
αυτός αποκοιμήθηκε και πιάστηκε στον ύπνο δεν ήταν η Αθήνα…
Όταν
υπογράφηκε η Διακήρυξη των Αθηνών, στις 7 Δεκεμβρίου 2023, κάποιοι «πατριώτες»
στην Ελλάδα θεώρησαν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης αγόραζε ησυχία πληρώνοντας με
σιωπή. Η κριτική δεν ήταν αβάσιμη.
Η
Τουρκία δεν απέσυρε το casus belli, δεν εγκατέλειψε τις «γκρίζες ζώνες», δεν
έσκισε το τουρκολιβυκό μνημόνιο ούτε έστειλε τη «Γαλάζια Πατρίδα» στο μουσείο
των αποτυχημένων αυτοκρατορικών φαντασιώσεων.
Άλλωστε,
η ίδια η Διακήρυξη δεν αποτελούσε δεσμευτική διεθνή συμφωνία που παράγει
νομικά αποτελέσματα. Δεν ήταν λύση των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Και υπό
την πίεση υπέρτερων συμμάχων ήταν ένα άτυπο μορατόριουμ, ώστε δύο χώρες του
ΝΑΤΟ να σταματήσουν να μετρούν καθημερινά παραβιάσεις, φρεγάτες και πιθανότητες
ατυχήματος.
Οι
επικριτές πρόβαλλαν ένα σοβαρό επιχείρημα: ο χρόνος δουλεύει υπέρ της Τουρκίας.
Η Άγκυρα διαθέτει μεγαλύτερο πληθυσμό, ισχυρότερη αμυντική βιομηχανία,
γεωγραφικό βάθος και περιφερειακές φιλοδοξίες. Άρα κάθε αναβολή, έλεγαν,
μεγαλώνει την ψαλίδα. Το επεισόδιο της Κάσου, με την κατάλληλη ερμηνεία με
τουρκικά πολεμικά να σκιάζουν το ερευνητικό πλοίο και τη μετέπειτα εμπλοκή του
καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου, τους πρόσφερε το ισχυρότερο παράδειγμα ελληνικού
αυτοπεριορισμού.
Μόνο που ο χρόνος δεν έχει εθνικότητα. Ευνοεί όποιον τον αξιοποιεί καλύτερα.
Τα
«ήρεμα νερά» έδωσαν στην Ελλάδα τον χρόνο να ολοκληρώσει την επιχειρησιακή
ένταξη των 24 Rafale, μαζί με πυραύλους Meteor, SCALP και Exocet, να προχωρήσει
την αναβάθμιση των F-16 σε Viper, να εντάξει σταδιακά τα Spike NLOS και να
παραλάβει την πρώτη Belharra, τον «Κίμωνα». Οι επόμενες δύο φρεγάτες παραδίδονται
εντός του 2026. Ακολουθούν οι άλλες δύο Fremm Bergamini.
Στη
συνέχεια προστέθηκε η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ένα πολυεπίπεδο σύστημα
αντιβαλλιστικής, αντιαεροπορικής και αντι-drone προστασίας, βασισμένο κυρίως σε
ισραηλινή τεχνολογία. Επένδυση έως 3,5 δισ. ευρώ, η οποία προβλέπεται να
καταστεί πλήρως επιχειρησιακή μέσα σε 35 μήνες, με συμμετοχή της ελληνικής
βιομηχανίας τουλάχιστον κατά 25%.
Στους
«πατριδέμπορους» και τα «γιουσουφάκια»