Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

Γιατί δεν υπάρχουν πια τα καλέσματα στα σπίτια;

 

Της Κικής Τριανταφύλλη (στο protagon, gr)

 Πώς άλλαξαν έτσι τα πράγματα στις κοινωνικές μας σχέσεις; Μπορείτε να θυμηθείτε από πότε έχετε να καλέσετε φίλους και συγγενείς για φαγητό στο σπίτι ή από πότε έχετε εσείς δεχτεί μια τέτοια πρόσκληση; Ακόμη κι εγώ, που έχω συνηθίσει από τα παιδικά μου χρόνια σε σπιτικά ξεφαντώματα με τραπέζια και χορούς, τα σκέφτομαι με τρόμο (εντάξει, υπερβάλλω λιγάκι). Βέβαια, η δική μου ζωή έχει αλλάξει πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια.:'Εχω μεγαλώσει, είμαι χωρισμένη, ζω μόνη μου και μάλιστα σε ένα χωριό, είμαι digital nomad και δουλεύω πάρα πολλές ώρες κάθε μέρα. Η ποιότητα της καθημερινότητάς μου έχει βελτιωθεί πάρα πολύ,  ταυτόχρονα όμως η κοινωνική μου ζωή έχει περιοριστεί. Συνεπώς, δεν έχω χρόνο για μαγειρέματα και για τραπεζώματα, κυρίως όμως δεν έχω διάθεση. Προτιμώ να βγω έξω για φαγητό με τους φίλους μου. 

Γιατί είναι πιο διασκεδαστικό, πιο ξεκούραστο,

ίσως μάλιστα έρχεται και πιο φθηνά, αφού η οικοδέσποινα ή/και ο οικοδεσπότης έχουν να αντιμετωπίσουν διοργάνωση, ψώνια, συγύρισμα, μαγείρεμα, σερβίρισμα (άντε βρες και εκείνο το ωραίο λινό σετ τραπεζομάντηλο-πετσέτες, το ασορτί με το σερβίτσιο που είναι κάπου παραχωμένο και ξεχασμένο από τη μετακόμιση και δώθε…). Και μετά, πλύσιμο και τακτοποίηση. Ολα αυτά τα εξουθενωτικά τα ξέρουν οι μοναχικοί άνθρωποι. Αλλά δεν μιλάω μόνο για τους συνομήλικούς μου και όσες/όσους  ζουν περίπου όπως εγώ. Κάνοντας μια μικρή ανίχνευση ανάμεσα στους φίλους μου (σε ταβέρνες/εστιατόρια επίσης) βλέπεις ότι τα ίδια πράγματα ισχύουν και για τους νεότερους, με ή χωρίς παιδιά, που κάποτε δεν νοιάζονταν αν οι καλεσμένοι θα έπρεπε να χοροπηδάνε ανάμεσα σε λέγκο σκορπισμένα στο πάτωμα. 

Όταν ήμουν παιδί, τα καλέσματα στα σπίτια ήταν η απαραίτητη διασκέδαση της Κυριακής και των γιορτών, ονομαστικών και λοιπών. Οικογενειακά, συνήθως, ήταν τα τραπεζώματα, καθότι η μεγάλη οικογένεια της μαμάς μου (έξι αδέλφια, συν οι σύζυγοι αυτών συν δύο παιδιά το κάθε ζευγάρι) διακρινόταν για τις στενές σχέσεις της, και διοργανωνόνταν κυκλικά. Όταν λοιπόν, δεν μαγείρευαν οι γονείς μου, διακτινιζόμασταν από το κέντρο της Αθήνας στον Πειραιά ή στη Νέα Ελβετία, όπου έμεναν οι λοιποί συγγενείς, και μάλιστα με τη συγκοινωνία, τον Ηλεκτρικό και λεωφορεία, μέχρι να αποκτήσουν ιδιωτικά αυτοκίνητα οι οικογένειες. (Μιλάω για τις δεκαετίες του 1950, 1960 και 1970). Επίσης, εκείνες τις εποχές, το να σου χτυπήσει το κουδούνι η γειτόνισσα ή να περάσουν κάποιοι φίλοι ξαφνικά για καφέ χωρίς κάλεσμα ή προειδοποίηση ήταν κάτι συνηθισμένο, όπως και αργότερα, στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, όταν η (αείμνηστη) φίλη μου Ρούλα Μ. ερχόταν από το διπλανό διαμέρισμα με τη ρόμπα και το νυχτικό και με το φλιτζάνι στο χέρι για να μου «βάλει τις φωνές» επειδή άφηνα μονίμως ξέστρωτο το κρεβάτι μου. 

Τότε, εκτός από το brunch της Κυριακής με καμιά εικοσαριά άτομα (μια υπέροχη συνήθεια στο σπίτι μας, που κατέληγε μερικές φορές σε πάρτι του απομεσήμερου – ναι τραβούσαμε στην άκρη τα χαλιά και ξεβιδωνόμασταν με τραγούδια ντίσκο, ξορκίζοντας τη μελαγχολία του κυριακάτικου απόβραδου), καλούσαμε και μέσα στην εβδομάδα, γιατί ο πρώην σύζυγός μου ήταν φανατικός των τραπεζιών για οκτώ και των πάρτι με κάθε ευκαιρία (με τουλάχιστον 100 καλεσμένους). Βοηθούσε, εξάλλου, πάρα πολύ σε όλα: και στα ψώνια και στο μαγείρεμα. Οσο για το πλυντήριο πιάτων, ήταν αποκλειστικά δική του δουλειά. Εκείνη την εποχή είχαν αρχίσει να εμφανίζονται και οι πρώτοι χορτοφάγοι φίλοι μας, αλλά δεν το κάναμε θέμα. Κάτι μεσημέρια Κυριακής είχαμε κάνει trend το τρίο φασολάδα – ρέγκα – σαλάτα μπρόκολο. Οι δυσανεξίες (στη λακτόζη, στη γλουτένη και δεν ξέρω σε τι άλλο) και η εξειδικευμένη διατροφή που αποκλείει διάφορα τρόφιμα θα εμφανίζονταν αργότερα με αυξητική τάση, κάνοντας τη σύνθεση του μενού γρίφο για δυνατούς λύτες. Οπότε πλέον λες άσ’ το, δεν βρισκόμαστε καλύτερα σε ένα εστιατόριο για να λύσει το πρόβλημα ο σεφ; 

Στο μεταξύ, η συμμετοχή συγγενών είχε μειωθεί στο ελάχιστο, άσε που με το πέρασμα του χρόνου ο «χάρτης» του κύκλου των «δικών μας» ανθρώπων είχε αρχίσει να αλλάζει, όπως πολύ σοφά περιέγραψε ο πολεοδόμος Κωνσταντίνος Δοξιάδης (δεν ξεχνώ την ιστορική αναδρομική έκθεση «Η οικιστική του Κ.Α. Δοξιάδη και η αρχιτεκτονική της εντοπίας», το 2006 στο Μουσείο Μπενάκη). Σκεφθείτε, δε, πόσο έχει αλλάξει σήμερα πια με τη συμβολή του διαδικτύου και των social media, όταν στενό μας κύκλο δεν θεωρούμε τους συγγενείς, τους παλιούς συμμαθητές και τους γείτονες της διπλανής πόρτας, αλλά ανθρώπους που μπορεί να ζουν στην άλλη άκρη του πλανήτη. Οι συνάξεις φίλων στο σπίτι και τα τραπεζώματα για οκτώ άτομα, εκτός Σαββατοκύριακου, γρήγορα άρχισαν να συρρικνώνονται, γιατί δε ήταν λίγες οι φορές που καταλήγαμε στον καναπέ με τον έναν να κοιμάται στον ώμο του άλλου από την κούραση της ημέρας, προτού καλά-καλά σερβιριστεί το φαγητό. Ωστόσο δεν συνέβαινε μόνο στο σπίτι μας. Έχει διατυπωθεί και επιστημονικά. 

Ο καθηγητής της Οξφόρδης Ρόμπιν Ντάνμπαρ, βρετανός ανθρωπολόγος και εξελικτικός ψυχολόγος, γνωστός για τον «αριθμό του Ντάνμπαρ» (θεωρία για το γνωστικό όριο των 150 ανθρώπων με τους οποίους μπορεί κανείς να διατηρήσει σταθερές κοινωνικές σχέσεις, την οποία διατύπωσε τη δεκαετία του 1990) έχει δηλώσει ότι ο ιδανικός αριθμός συμμετεχόντων σε μια ευχάριστη συζήτηση είναι το τέσσερα. Συχνά, δε, ο Ντάνμπαρ αναφέρεται σε αυτό που ονομάζει «κανόνα των 30 λεπτών», που σημαίνει ότι αν κάποιος ζει περισσότερο από 30 λεπτά μακριά (ανεξάρτητα από τον τρόπο μετακίνησης) σταματάμε να τον βλέπουμε τακτικά –γιατί ο χρόνος και η προσπάθεια που απαιτούνται, μεγαλώνουν πολύ– και περιοριζόμαστε στις επετείους, λέει ο καθηγητής. Έτσι ακριβώς είναι. Και όχι μόνο αυτό. Με την είσοδο της νέας χιλιετίας είχαν ήδη κοπεί οι αυθόρμητες επισκέψεις. Έπρεπε οπωσδήποτε να προηγηθεί τηλεφώνημα ή πρόσκληση. Πάντως η τάση της κοινής εξόδου με φίλους και συγγενείς, αντί των προσκλήσεων σε σπίτια, είναι διεθνής. Δεν έχουμε επίσημα στοιχεία –γι’ αυτό αναφέρομαι στις προσωπικές μου στατιστικές–, αλλά ένα πρόχειρο γκουγκλάρισμα αποκαλύπτει ότι στις ΗΠΑ (χώρα της οποίας τις τάσεις ακολουθούμε συνήθως κατά πόδας), το παλιό καλό hosting (δηλαδή η πρόσκληση σε δείπνο, και όχι το να στήσεις τον δικό σου server στο σπίτι, όπως έχει καταλήξει να σημαίνει η λέξη) πεθαίνει, με τον αριθμό των ανθρώπων που προσκαλούν τακτικά φίλους ή συγγενείς να έχει μειωθεί από 42% το 1975 σε 12% το 2026, μια δραματική μείωση της τάξης του 70% τα τελευταία 50 χρόνια. 

Στο Ηνωμένο Βασίλειο τα νούμερα δεν είναι πολύ καλύτερα: σύμφωνα με μια δημοσκόπηση που έκανε η Karcher UK σε 2.000 ενήλικους, οι Βρετανοί σε ποσοστό 25% αποφεύγουν τη διοργάνωση συγκεντρώσεων (δείπνα, πάρτι κλπ) στο σπίτι λόγω της καθαριότητας που απαιτείται στη συνέχεια. Δεν θα αναφερθώ σε πράγματα που πιθανόν κάποιοι να τα θεωρούν απαγορευτικά, όπως οι στενοί χώροι μικρών διαμερισμάτων, η υπερπολύπλοκη διακόσμηση των τραπεζιών που προτείνουν στο Instagram διάφορες/οι influencers (άσε μας κουκλίτσα μου), τα περίεργα πιάτα σε τηλεοπτικές εκπομπές τύπου MasterChef ή τη σκανδιναβική φιλοσοφία του hygge, που μας ενθάρρυνε να σκεφτόμαστε το σπίτι μας ως έναν χώρο ατομικής χαλάρωσης και θαλπωρής χουχουλιάζοντας στον καναπέ. 

Με άλλα λόγια το «μόνος στο σπίτι» μπορεί να είναι απολαυστικό, ειδικά για κάτι τύπους (και είναι πολλοί, όπως διαπιστώνω) που μπορεί να πηγαίνουν στο κρεβάτι τους το αργότερο στις 10:30 τα βράδια του χειμώνα. Και η έξοδος με φίλους σε ταβέρνα, μπαρ, εστιατόριο, αντί για πρόσκληση στο σπίτι, είναι πλέον κοινή και πιο διαδεδομένη πρακτική. ]

  Πηγή: Protagon.gr

Γιατί δεν υπάρχουν πια τα καλέσματα στα σπίτια;

  Της Κικής Τριανταφύλλη (στο protagon , gr )   Πώς άλλαξαν έτσι τα πράγματα στις κοινωνικές μας σχέσεις; Μπορείτε να θυμηθείτε από πότε έ...